Η δημοσιοποίηση των νέων στοιχείων της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις επαναφέρει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης το πραγματικό μέγεθος και τη δομή της αγοράς τύπου Airbnb στην Ελλάδα, δημιουργώντας παράλληλα νέα δεδομένα ως προς τον τρόπο με τον οποίο αποτυπώνεται στατιστικά ο κλάδος από διαφορετικούς φορείς.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύτηκαν, το 2025 καταγράφηκαν 117.604 Αριθμοί Μητρώου Ακινήτου (ΑΜΑ) οι οποίοι δήλωσαν εισόδημα από βραχυχρόνια μίσθωση. Τα δεδομένα αυτά αποτυπώνουν μια αγορά με ευρεία γεωγραφική διασπορά, καθώς δραστηριότητα καταγράφεται σχεδόν σε ολόκληρη την επικράτεια, από τα μεγάλα αστικά κέντρα έως μικρότερες και λιγότερο ανεπτυγμένες τουριστικά περιοχές.
Πανελλαδική εξάπλωση και νέα τουριστική γεωγραφία
Η ανάλυση των στοιχείων δείχνει ότι η βραχυχρόνια μίσθωση έχει πάψει να αποτελεί ένα φαινόμενο αποκλειστικά συνδεδεμένο με «κλασικούς» τουριστικούς προορισμούς. Η Αττική, η Κεντρική Μακεδονία, το Νότιο Αιγαίο, η Κρήτη και το Ιόνιο εξακολουθούν να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητας, ωστόσο η εικόνα πλέον είναι σαφώς πιο διάχυτη.
Ενδεικτικό είναι ότι σε 325 από τους 332 δήμους της χώρας καταγράφεται τουλάχιστον ένα ακίνητο βραχυχρόνιας μίσθωσης, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η αγορά έχει αποκτήσει σχεδόν καθολικό χαρακτήρα. Παράλληλα, 65 δήμοι εμφανίζουν πάνω από 500 ακίνητα με δηλωμένο εισόδημα από τέτοια δραστηριότητα.
Η εξέλιξη αυτή αναδιαμορφώνει ουσιαστικά τον τουριστικό χάρτη της χώρας, καθώς περιοχές που μέχρι πρόσφατα δεν θεωρούνταν τουριστικοί προορισμοί, εντάσσονται πλέον στο δίκτυο της βραχυχρόνιας φιλοξενίας.
Το ζήτημα των στατιστικών αποκλίσεων
Ένα από τα πλέον συζητημένα σημεία που αναδεικνύονται μέσα από τα στοιχεία αφορά τις σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ διαφορετικών πηγών καταγραφής της αγοράς.
Τα δεδομένα της ΑΑΔΕ (117.604 ΑΜΑ) διαφέρουν αισθητά από εκτιμήσεις άλλων φορέων και βάσεων δεδομένων, όπως η ΕΛΣΤΑΤ που έκανε λόγο για 207.000 ακίνητα το 2024 ή ιδιωτικές πλατφόρμες ανάλυσης αγοράς, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζουν σημαντικά υψηλότερα νούμερα για το συνολικό απόθεμα καταλυμάτων.
Η συζήτηση αυτή δεν αφορά μόνο την τεχνική πλευρά της στατιστικής αποτύπωσης, αλλά επηρεάζει άμεσα και τον δημόσιο διάλογο γύρω από τη ρύθμιση της αγοράς, τις παρεμβάσεις πολιτικής και το χωροταξικό πλαίσιο.
Η τοποθέτηση του Stama Greece
Με αφορμή τη δημοσιοποίηση των στοιχείων, ο Stama Greece επανέρχεται στο ζήτημα της ερμηνείας των δεδομένων, υποστηρίζοντας ότι η συζήτηση για τη βραχυχρόνια μίσθωση πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά σε επίσημα διοικητικά στοιχεία και όχι σε εκτιμήσεις.
Ο πρόεδρος του Stama Greece, Βασίλης Αργυράκης, υπογραμμίζει ότι τα νέα στοιχεία επιβεβαιώνουν βασικές θέσεις του κλάδου για τη δομή και τη λειτουργία της αγοράς, τονίζοντας παράλληλα την ανάγκη αποσαφήνισης των μεθοδολογιών που χρησιμοποιούνται από διαφορετικούς φορείς.
«Τα στοιχεία της ΑΑΔΕ επιβεβαιώνουν ότι η συζήτηση για τη βραχυχρόνια μίσθωση πρέπει επιτέλους να βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα και όχι σε εκτιμήσεις ή γενικεύσεις που δεν αντανακλούν την πραγματική εικόνα της αγοράς.
Είναι σαφές ότι τα 117.604 ΑΜΑ δεν ισοδυναμούν με 117.604 ακίνητα, καθώς υπάρχει περίπτωση πολλαπλών εγγραφών ανά ιδιοκτησία. Ο πραγματικός αριθμός των ενεργών ακινήτων είναι χαμηλότερος και αποτυπώνει μια αγορά σημαντικά πιο συμπαγή από ό,τι συχνά παρουσιάζεται.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν επίσης τη μεγάλη γεωγραφική διασπορά της δραστηριότητας, η οποία συμβάλλει ουσιαστικά στη διάχυση του τουριστικού εισοδήματος σε ολόκληρη τη χώρα.
Η βραχυχρόνια μίσθωση αποτελεί πλέον δομικό στοιχείο του ελληνικού τουριστικού προϊόντος και απαιτείται σοβαρός, τεκμηριωμένος διάλογος για τη ρύθμισή της, χωρίς υπερβολές και χωρίς στατιστικές στρεβλώσεις που οδηγούν σε λανθασμένα συμπεράσματα».
Μια αγορά σε φάση ωρίμανσης
Τα νέα δεδομένα της ΑΑΔΕ έρχονται σε μια περίοδο όπου η αγορά βραχυχρόνιων μισθώσεων στην Ελλάδα βρίσκεται σε φάση ωρίμανσης, με αυξημένη θεσμική εποπτεία, μεγαλύτερη φορολογική διαφάνεια και εντεινόμενο ενδιαφέρον για τον χωρικό της αποτύπωμα.
Η συζήτηση πλέον μετατοπίζεται από το «αν υπάρχει υπερβολική ανάπτυξη» στο «πώς αποτυπώνεται σωστά η πραγματική εικόνα της αγοράς» και ποιες πολιτικές μπορούν να στηρίξουν τη βιώσιμη συνύπαρξη της βραχυχρόνιας μίσθωσης με τον ξενοδοχειακό και τον μακροχρόνιο στεγαστικό τομέα.











