Προς
Τον Αξιότιμο Πρωθυπουργό της Ελλάδος, Κύριο Κυριάκο Μητσοτάκη
Αξιότιμε Κύριε Πρωθυπουργέ,
Με έκπληξη πληροφορηθήκαμε από σχετικά δημοσιεύματα ότι, στο πλαίσιο των μέτρων στήριξης των δήμων που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο της ΚΕΔΕ, περιλαμβάνεται η (νέα) αύξηση του τέλους διαμονής παρεπιδημούντων από 0,75% σε 1%. Ο ξενοδοχειακός κλάδος διαπιστώνει με προβληματισμό ότι μια ακόμα επιβάρυνση, την οποία πρόκειται να καλύψει ως επί το πλείστον ο ίδιος, φαίνεται να δρομολογείται χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστικός διάλογος με τους θεσμικούς εκπροσώπους του.
Το τέλος διαμονής παρεπιδημούντων νομοθετήθηκε το έτος 1973 για να καλύψει δαπάνες καθαριότητος και φωτισμού ή ανάγκη εκτελέσεως έργων που τυχόν προκαλούνταν σε δήμους εξαιτίας της τουριστικής κίνησης. Μάλιστα ο κανόνας ήταν πως η επιβολή του ανωτέρω τέλους ήταν δυνητική και απαιτούσε σχετική απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου που να τεκμηριώνει τις ανάγκη επιβολής του.
Με το άρθρο 23 του Ν. 3756/2009 το ανωτέρω τέλος μειώθηκε σε 0,5%. Σύμφωνα με σχετική δήλωση του τότε Πρωθυπουργού, για να αναπληρωθούν τα όποια χαμένα έσοδα της Αυτοδιοίκησης από την ανωτέρω μείωση, αυξήθηκαν τα τέλη των πόρων που προέρχονται από τα τέλη κυκλοφορίας των οχημάτων.
Η επιλογή αυτή αντανακλούσε την παραδοχή ότι η χρηματοδότηση των δήμων αποτελεί ζήτημα γενικότερου δημοσίου ενδιαφέροντος και δεν μπορεί να επιβαρύνει δυσανάλογα έναν και μόνο παραγωγικό κλάδο.
Από το 2024, ωστόσο, ακολουθήθηκε διαφορετική κατεύθυνση ως προς τον ρόλο και τη λειτουργία του συγκεκριμένου τέλους. Με επιστολή μας προς τον Υπουργό Εσωτερικών, επί του τότε σχεδίου νόμου, είχαμε επισημάνει ότι η προωθούμενη ρύθμιση αποσύνδεε πλήρως το τέλος από τον αρχικό του σκοπό και είχαμε ταχθεί κατά οποιασδήποτε αύξησής του. Παρά ταύτα, με το άρθρο 30 του ν. 5143/2024 δόθηκε στους δήμους η δυνατότητα να αυξήσουν τον συντελεστή από 0,5% σε 0,75%, δηλαδή κατά 50%, ενώ τα έσοδα μπορούν πλέον να διατίθενται για την πληρωμή οποιασδήποτε δαπάνης, ρύθμιση που διατηρήθηκε και στον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Η δυνατότητα αυτή αξιοποιήθηκε άμεσα: Ενδεικτικά αναφέρουμε πως σύμφωνα με έρευνα σε 40 δήμους, οι 24 είχαν αυξήσει το τέλος διαμονής παρεπιδημούντων.
Η νέα αύξηση στο 1% σημαίνει πρόσθετη επιβάρυνση κατά 33% σε σχέση με τον σημερινό ανώτατο συντελεστή και διπλασιασμό του τέλους μέσα σε δύο μόλις χρόνια. Η εμπειρία της προηγούμενης αύξησης δείχνει ότι η «δυνατότητα» των δήμων μετατρέπεται στην πράξη σε κανόνα. Και η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι ουδείς γνωρίζει πού κατευθύνονται τα χρήματα αυτά και ποια έργα υπέρ των προορισμών χρηματοδοτήθηκαν.
Η προτεινόμενη αύξηση έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά επιβαρύνσεων που έχουν ήδη αυξήσει σημαντικά το συνολικό φορολογικό βάρος των τουριστικών καταλυμάτων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, οι εισπράξεις από τον Φόρο Διαμονής και, από το 2024, από το Τέλος Ανθεκτικότητας εξελίχθηκαν ως εξής:
| Έτος |
Είσπραξη (εκατ. €) |
Μεταβολή έναντι προηγούμενου έτους |
| 2018 |
124,65 |
– |
| 2019 |
133,57 |
+7,2% |
| 2022 |
136,77 |
– |
| 2023 |
147,82 |
+8,1% |
| 2024 |
368,92 |
+149,6% |
| 2025 |
588,47 |
+59,5% |
Tο έτος 2025 το Ελληνικό Δημόσιο εισέπραξε από τα τουριστικά καταλύματα σχεδόν τετραπλάσιο ποσό σε σχέση με το 2023 (+298%) και σχεδόν πενταπλάσιο σε σχέση με το 2018. Την ίδια διετία 2023–2025 οι ταξιδιωτικές εισπράξεις της χώρας αυξήθηκαν κατά 14,7% (από 20,6 σε 23,6 δισ. €).
Η επιβάρυνση δηλαδή αυξήθηκε είκοσι φορές ταχύτερα από τα έσοδα του τουρισμού. Η τάση αυτή συνεχίζεται: οι εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 38% τον Ιανουάριο, 51% τον Φεβρουάριο, 48% τον Μάρτιο, 58% τον Απρίλιο και 13% τον Μάιο, σε σχέση με τους αντίστοιχους μήνες του 2025, δηλαδή κατά 31% συνολικά στο πεντάμηνο. Με τον ρυθμό αυτό, τα έσοδα του 2026 αναμένεται να ξεπεράσουν τα 771 εκατ. €. Από το ποσό αυτό, τα ξενοδοχεία καταβάλλουν περίπου το 92,6%, ενώ η βραχυχρόνια μίσθωση, με περισσότερες κλίνες από το σύνολο των ξενοδοχείων, μόλις το 8% περίπου του ποσού που καταβάλλουν τα ξενοδοχεία.
Την ίδια στιγμή, η πρόσφατη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ καταγράφει με τον πλέον σαφή τρόπο το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής. Σε συγκρίσιμο ξενοδοχείο 4 αστέρων με τιμή δωματίου 150 €, οι φόροι και το μη μισθολογικό κόστος φτάνουν στην Ελλάδα τα 44,7 € (29,8% της τιμής), έναντι 24,1 € (16,1%) στην Κύπρο. Το αποτέλεσμα είναι λειτουργική κερδοφορία (EBITDA) χαμηλότερη έως και 38,4%, καθαρά έσοδα χαμηλότερα έως και 11,5% και νεκρό σημείο λειτουργίας 124,6 € ανά δωμάτιο, έναντι 108,7 € στην Κύπρο. Το κέρδος ως ποσοστό των καταβαλλόμενων φόρων και εισφορών ανέρχεται στην Ελλάδα σε 56,9%, το χαμηλότερο μεταξύ των χωρών της μελέτης, έναντι 171,1% στην Κύπρο. Με άλλα λόγια, για κάθε 100 € κέρδους, το ελληνικό ξενοδοχείο καταβάλλει περίπου 176 € σε φόρους και εισφορές, όταν στην Κύπρο καταβάλλει περίπου 58 €. Κάθε νέα επιβάρυνση επί του τζίρου πλήττει ευθέως την ανταγωνιστικότητα του προϊόντος μας έναντι των άμεσων ανταγωνιστών μας και, πρώτα απ’ όλα, τις μικρές και οικογενειακές επιχειρήσεις που αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα του κλάδου.
Η προοπτική νέας αύξησης του τέλους διαμονής παρεπιδημούντων δύσκολα συμβιβάζεται με τις διαβεβαιώσεις που είχαν δοθεί περί μη περαιτέρω επιβάρυνσης του κλάδου. Την ίδια στιγμή, η προεκλογική δέσμευση για μείωση του ΦΠΑ στη διαμονή εξακολουθεί να μην έχει υλοποιηθεί. Ως εκ τούτου, τα μέλη μας δικαιολογημένα προβληματίζονται, καθώς βλέπουν να προωθούνται νέες επιβαρύνσεις χωρίς να έχουν προχωρήσει αντίστοιχες παρεμβάσεις ελάφρυνσης που θα ενίσχυαν την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών ξενοδοχείων.
Παρά το γεγονός ότι τα ξενοδοχειακά καταλύματα συνεισφέρουν ήδη σημαντικούς πόρους στα δημόσια έσοδα, προκρίνεται εκ νέου η αύξηση μιας επιβάρυνσης που βαρύνει σχεδόν αποκλειστικά τον ξενοδοχειακό κλάδο. Η εξέλιξη αυτή εντείνει τον προβληματισμό των μελών μας, τα οποία ζητούν μεγαλύτερη διαφάνεια ως προς τη διάθεση των πόρων που καταβάλλουν, καθώς και σαφέστερη σύνδεση των σχετικών εσόδων με έργα, υποδομές και υπηρεσίες που αναβαθμίζουν την ποιότητα, τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα των τουριστικών προορισμών.
Ενόψει των ανωτέρω, ζητούμε:
1. Να μην προχωρήσει η αύξηση του τέλους διαμονής παρεπιδημούντων στο 1%. Η στήριξη της Αυτοδιοίκησης είναι θεμιτός στόχος, δεν μπορεί όμως να χρηματοδοτείται διαρκώς από έναν μόνο κλάδο.
2. Να διασφαλιστεί ο ανταποδοτικός χαρακτήρας του τέλους. Τα έσοδα πρέπει να
διατίθενται αποκλειστικά για έργα και υπηρεσίες που σχετίζονται με την τουριστική κίνηση και την εικόνα των προορισμών και όχι για την κάλυψη οποιασδήποτε δαπάνης των δήμων.
Αν, αντιθέτως, ο σκοπός είναι η γενική χρηματοδότηση των δήμων, το τέλος θα πρέπει να αντικατασταθεί από μια επιβάρυνση που θα αφορά το σύνολο των επιχειρήσεων κάθε δήμου, κατά τα πρότυπα της μελέτης του 2009 για φόρο επιτηδεύματος με ελάχιστο συντελεστή επί των καθαρών κερδών όλων των επιτηδευματιών.
3. Να εξασφαλιστεί η πραγματική είσπραξη του τέλους από τη βραχυχρόνια μίσθωση, στην οποία επιβλήθηκε μόλις από 1–1–2024, ώστε τα έσοδα να αντιστοιχούν στον πραγματικό τζίρο της δραστηριότητας, πριν συζητηθεί οποιαδήποτε επιπλέον επιβάρυνση των νόμιμων καταλυμάτων.
Παραμένουμε στη διάθεσή σας για κάθε διευκρίνιση.
Με εκτίμηση
Γιάννης Χατζής Αντώνης Παγώνης
Πρόεδρος Δ.Σ. Γενικός Γραμματέας