Στο ίδιο έργο θεατές: Νέα απώλεια επικοινωνίας με τον λόφο Μερέντα και σοβαρά ερωτήματα για την ασφάλεια
Για ακόμη μία φορά, το πρωί βρεθήκαμε αντιμέτωποι με το ίδιο ανησυχητικό σκηνικό: χάθηκε η επικοινωνία με τον λόφο Μερέντα, επαναλαμβάνοντας το περιστατικό του περασμένου Αυγούστου, όταν αστόχησε κρίσιμο ανταλλακτικό. Ένα ανταλλακτικό που, σύμφωνα με πληροφορίες, η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α.) «αξιολογούσε» ήδη από τον Μάιο του 2024 ως προς το αν θα έπρεπε να το προμηθευτεί – και το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει παραδοθεί, τονίζει σε χθεσινή επιστολή της η Ένωση Ελεγκτών Εναερίου Κυκλοφορίας της Ελλάδος,
Η νέα βλάβη είχε ως αποτέλεσμα η Προσέγγιση Αθηνών, που εξυπηρετεί το μεγαλύτερο αεροδρόμιο της χώρας, να λειτουργεί και πάλι με ένα μόνο ραντάρ, από τα τρία που προβλέπεται να είναι επιχειρησιακά διαθέσιμα. Παράλληλα, δεν υπήρχαν εφεδρικές συχνότητες, καθώς διεκόπη η μεταφορά δεδομένων από και προς τον λόφο Μερέντα.
Η επανάληψη του ίδιου προβλήματος, λίγους μόλις μήνες μετά από προηγούμενο περιστατικό, εκθέτει σοβαρά τη Διοίκηση και τις αρμόδιες διευθύνσεις, ιδίως όταν υπήρχαν διαβεβαιώσεις ότι το ζήτημα είχε αντιμετωπιστεί οριστικά.
Το προηγούμενο περιστατικό και η απουσία διαφάνειας
Στις 4 Ιανουαρίου 2026 σημειώθηκε ολική απώλεια επικοινωνιών του Κ.Ε.Π.ΑΘ.Μ., ένα απαράδεκτο συμβάν για το οποίο, μέχρι σήμερα, δεν έχει υπάρξει επίσημη ενημέρωση σχετικά με τα αίτια. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι:
- Δεν έχει εκπονηθεί μελέτη εκτίμησης ασφάλειας (safety assessment).
- Δεν έχουν εκδοθεί επιχειρησιακές οδηγίες για τη διαχείριση της κυκλοφορίας σε περίπτωση επανάληψης της βλάβης.
- Οι χωρητικότητες των τομέων παραμένουν στο 100%, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα.
- Σε ένα περιβάλλον όπου οι βλάβες επαναλαμβάνονται, η απουσία προληπτικών μέτρων και προσαρμογών στη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας εγείρει εύλογα ερωτήματα.
Διοικητικές ευθύνες και διαχρονικά λάθη
Παρά την απομάκρυνση του προηγούμενου Διοικητή της Υ.Π.Α., οι συνεργάτες του, που φέρουν μερίδιο ευθύνης για τη σημερινή κατάσταση, παραμένουν στις θέσεις τους. Έτσι, δεν προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι η κατάσταση δεν αλλάζει.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η αναζήτηση δωρεάς για την απόκτηση νέου συστήματος επικοινωνιών φωνής για το Κ.Ε.Π.ΑΘ.Μ. — όχι λόγω έλλειψης πόρων, αλλά εξαιτίας πολυετούς επιμονής της Διοίκησης στην αναβίωση σύμβασης που, όπως αποδείχθηκε, ήταν ανέφικτη. Το αποτέλεσμα ήταν η απώλεια πολύτιμου χρόνου.
Την ίδια στιγμή, η Υ.Π.Α. επιδιώκει τη σύναψη σύμβασης για νέο σύστημα ραντάρ (D.P.S.), με προϋπολογισμό που έχει πλέον εκτοξευθεί στα 160 εκατ. ευρώ — από 76 εκατ. ευρώ το 2024 και 150 εκατ. ευρώ μόλις προ ολίγων εβδομάδων. Ωστόσο, δεν έχουν παρουσιαστεί τεχνικές προδιαγραφές από την αρμόδια διεύθυνση, γεγονός που συνιστά θεσμική και επιχειρησιακή πρωτοτυπία: επιδιώκεται η δαπάνη τεράστιου ποσού χωρίς σαφή καθορισμό του παραδοτέου συστήματος.
Παράλληλα, η σύμβαση για τη μετεγκατάσταση της Προσέγγισης Αθηνών, ήδη καθυστερημένη κατά 13 μήνες στην υπογραφή της, εμφανίζει περαιτέρω καθυστερήσεις στην εκτέλεσή της, καθώς δεν έχει οριστεί επιτροπή για τον καθορισμό των λεπτομερών λειτουργικών προδιαγραφών (D.F.S.). Πρόκειται για επανάληψη του ίδιου μοτίβου που οδήγησε και στη λήξη προηγούμενης σύμβασης χωρίς παραδοτέο έργο.
Ένα διαχρονικό μοτίβο που συνεχίζεται
Το πρόβλημα δεν φαίνεται να είναι συγκυριακό. Αντίθετα, το ίδιο μοντέλο διοίκησης και λήψης αποφάσεων που οδήγησε διαχρονικά στην έλλειψη κρίσιμων συστημάτων ασφάλειας, φαίνεται να αναπαράγεται και σήμερα — παρά τη δημοσιότητα που έχουν λάβει τα πρόσφατα περιστατικά.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι σαφές: γιατί συνεχίζεται η ίδια πρακτική και γιατί παραμένουν στις θέσεις τους όσοι την υλοποιούν;
Η παρέμβαση της πολιτικής ηγεσίας και, εφόσον απαιτείται, της Δικαιοσύνης, μοιάζει αναπόφευκτη.
Η στάση των Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι Ελεγκτές Εναέριας Κυκλοφορίας αποτέλεσαν και πάλι τη μοναδική ασφαλιστική δικλείδα. Παρά τις δυσλειτουργίες του εξοπλισμού, κατάφεραν να διαχειριστούν την κατάσταση και να διασφαλίσουν την ασφαλή προσγείωση των αεροσκαφών.
Ωστόσο, η συνεχής κάλυψη δομικών ελλείψεων μέσω της υπερπροσπάθειας του προσωπικού δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμη λύση.
Υπό τις παρούσες συνθήκες, δηλώνεται ότι δεν θα παρασχεθεί υπερεργασία την ερχόμενη καλοκαιρινή περίοδο. Η απόφαση αυτή δεν αποτελεί πίεση, αλλά στάση ευθύνης: οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να λειτουργούν ως άλλοθι για τη διατήρηση μιας διοικητικής νοοτροπίας που έχει οδηγήσει την Υπηρεσία στη σημερινή κατάσταση.
Ένα κρίσιμο σταυροδρόμι
Η κατάσταση έχει προ πολλού υπερβεί τα όρια του ανεκτού. Εάν δεν ληφθούν άμεσα και ουσιαστικά μέτρα για την ανανέωση του εξοπλισμού, τη διασφάλιση της αξιοπιστίας των συστημάτων και την αλλαγή διοικητικής κουλτούρας, τα προβλήματα θα ενταθούν.
Η χώρα χρειάζεται έναν πάροχο υπηρεσιών αεροναυτιλίας αντάξιο των ευρωπαϊκών προτύπων.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν απαιτούνται αλλαγές — αλλά πόσο γρήγορα θα γίνουν.











